05 March 2008

Πόσα χρόνια μπορούμε να ζούμε;

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 04.03.2008

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥΝΤΑ, αν. καθηγητή Κοινωνικής Ιατρικής, διευθυντή Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής.

Ενα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του 20ού αιώνα ήταν η παράταση, ο σχεδόν διπλασιασμός, του μέσου χρόνου ζωής. Το 1900, το προσδόκιμο ζωής για τους άντρες στις βιομηχανικές χώρες ήταν 48,3 έτη και για τις γυναίκες 46,3. Το 2000 είχε φτάσει τα 74,2 έτη για τους άντρες και το 79,9 για τις γυναίκες. Βέβαια, οι θεαματικές αυτές βελτιώσεις αφορούν πρωτίστως τις αναπτυγμένες χώρες, γιατί σε πολλές φτωχές χώρες της Αφρικής ή της Ασίας το προσδόκιμο ζωής παραμένει χαμηλό. Ας μην ξεχνάμε πως η φτώχεια είναι η πρώτη αιτία θανάτου και αρρώστιας στον κόσμο.Αν και πολλοί αποδίδουν τη βελτίωση του μέσου χρόνου ζωής στα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης, γνωρίζουμε πλέον ότι η ιατρική συνέβαλε μόνο κατά 10-15% στη βελτίωση της υγείας και ότι το μεγαλύτερο ποσοστό, 70% περίπου, οφείλεται στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, στην καλύτερη διατροφή, κατοικία, εργασία, ύδρευση, κ.τ.λ. που επιτεύχθηκε χάρη στη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη του 20ού αιώνα.Σε ό,τι αφορά τον 21ο αιώνα, η έκθεση «Η ζωή τον 21ο αιώνα» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σχετικά με την παγκόσμια υγεία, προβλέπει υγιή ζωή με μεγαλύτερη διάρκεια από ποτέ. Ο αριθμός των ατόμων άνω των 65 ετών θα αυξηθεί από 390 εκατ. σε 800 εκατ. μέχρι το 2025 και θα αντιστοιχεί στο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Τα περισσότερα δε παιδιά που γεννήθηκαν στις αρχές του 21ου αιώνα θα ζήσουν μέχρι και τις απαρχές του 22ου αιώνα.Σύμφωνα με μια έρευνα του μελλοντολογικού ινστιτούτου Future Health, μια γυναίκα 70 ετών σήμερα, έχει πιθανότητες πάνω από 1% να φτάσει τα 100, 3% να φτάσει τα 98 και 10% να φτάσει τα 95. Οι περισσότεροι από όσους είναι σήμερα 40 ετών θα φτάσουν την ηλικία των 85. Με έναν δε φυσιολογικό τρόπο ζωής και με υγιεινή διατροφή, πολλή άθληση και περιορισμένο στρες, υπάρχουν πολλές πιθανότητες για τα 100. Οσοι είναι 30 χρόνων, θα μπορούν να ζήσουν μέχρι τις απαρχές του 22ου αιώνα, εάν συμφωνούν όλοι οι παράγοντες του τρόπου ζωής.Οσοι είναι σήμερα 10 χρόνων δεν είναι απίθανο να δουν αρκετά από τον 22ο αιώνα, εφόσον βέβαια δεν ξεκινήσουν το κάπνισμα και τις άλλες ανθυγιεινές συνήθειες. Και όλα αυτά με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα, που θέτουν ως ανώτατο βιολογικό όριο ηλικίας τα 120-130 χρόνια. Γεγονός που πιστοποιείται από όλο και περισσότερους υπεραιωνόβιους, όπως η Jeanee Calment, που πριν από λίγα χρόνια πέθανε στη Γαλλία σε ηλικία 123 ετών. Γιατί σε 20 περίπου χρόνια αναμένονται νέες δυνατότητες βελτίωσης του γονιδιώματος και ανάπτυξης μεθόδων αντιγήρανσης. Ετσι, σε λίγα χρόνια θα γερνάμε με πιο αργούς ρυθμούς, θα αρρωσταίνουμε λιγότερο και θα ζούμε ακόμα και πιο πέρα (άγνωστο πόσο) από το σημερινό βιολογικό μας όριο.

Συμβουλευτική Γραμμή Πρόληψης ΙΚΠΙ: 210-7222727Ιστοσελίδα Υγείας - Πρόληψης: http://www.neahygeia.gr/

http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=35320424

Η γυναίκα ως αθλήτρια.

http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=13305704

Η ασπιρίνη και η καρδιά.

http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=2942120

Τα αίτια του πονόδοντου.

http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=53498600

04 March 2008

Πτωχεύουν λόγω νοσηλείας σε θεραπευτήρια.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01-03-08
της Γαληνης Φουρα.

Πενήντα χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά τον χρόνο οδηγούνται σε πτώχευση λόγω των υπέρογκων και δυσανάλογων με το εισόδημά τους δαπανών, που αναγκάζονται να κάνουν για να αντιμετωπίσουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας.
«Μία πόλη τον χρόνο στην Ελλάδα φτωχαίνει», λέει ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας κ. Γιάννης Κυριόπουλος, επισημαίνοντας ότι «το μείζον πρόβλημα του συστήματος υγείας είναι ότι στη χώρα μας “οι μη έχοντες” πολλά χρήματα πληρώνουν αναλογικά με το εισόδημά τους περισσότερα».
Σε ημερίδα με θέμα την Ασφάλιση Υγείας στην Ελλάδα, που οργάνωσε το Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (ΤΥΠΕΤ), σε συνεργασία με το κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρυμα Θεμιστοκλή και Δ. Τσάτσου, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και τον Τομέα Οικονομικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, από πολλούς ομιλητές αναδείχθηκε το θέμα των ανισοτήτων του συστήματος υγείας, το οποίο θεωρητικά και μόνο παρέχει «δωρεάν και ισότιμες υπηρεσίες σε όλους τους Ελληνες».
«Μιλάμε για καταστροφικές δαπάνες, τις οποίες έχουμε μετρήσει, υπογράμμισε ο κ. Κυριόπουλος. Στην Ελλάδα 2,4% των νοικοκυριών τον χρόνο υφίστανται πτώχευση, δηλαδή, δαπανούν περισσότερο από το 40% του συνολικού εισοδήματός τους, εξαιτίας ενός μεγάλου, αιφνίδιου ή χρόνιου προβλήματος υγείας. Στην Ευρώπη, στη δυσχερή αυτή θέση, οδηγείται το 0,4% των νοικοκυριών και στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1,2%»...
Ο καθηγητής χαρακτήρισε αυτές τις συνθήκες ως τη «χειρότερη φτώχεια» και επισήμανε την ανάγκη να υπάρξουν μηχανισμοί αλληλεγγύης για την αναπλήρωση του εισοδήματος των νοικοκυριών που πλήττονται.
«Περίπου το 35% του πληθυσμού, επισήμανε ο λέκτορας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου κ. Κυριάκος Σουλιώτης, δεν χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες, παρά το γεγονός ότι έχουν κάποιο πρόβλημα υγείας. Μεγάλο μέρος αυτής της συμπεριφοράς ερμηνεύεται ως προσπάθεια αποφυγής μιας πρόσθετης δαπάνης. Παράλληλα, στα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 1.100 ευρώ, το 10% δαπανάται για ιατρική, οδοντιατρική και φαρμακευτική φροντίδα. Είναι φανερό ότι αναγκάζονται να πληρώσουν και αυτοί που δεν έχουν, περισσότερα αναλογικά, επιβαρύνοντας το οικογενειακό εισόδημα και στερώντας την οικογένεια από άλλα, βασικά αγαθά».
Μελέτες με βάση τον δείκτη δικαιοσύνης στη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας έδειξαν ότι στις χώρες με δικαιότερη χρηματοδότηση, όταν δηλαδή οι πολίτες πληρώνουν σύμφωνα με τις οικονομικές τους δυνατότητες, το προσδόκιμο επιβίωσης αυξάνεται. Αντίθετα, η φτώχεια και οι ανισότητες συνδέονται με χαμηλούς δείκτες υγείας.
«Η επιβίωση έπειτα από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σημείωσε ο κ. Σουλιώτης, διαφέρει σύμφωνα με μελέτες μεταξύ των ομάδων που κατατάσσονται σε διαφορετική εισοδηματική κατηγορία. Οι οικονομικά ασθενέστεροι αντιμετωπίζουν ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες και στη διαχείριση της νόσου, με αποτέλεσμα η επιβίωση να είναι μικρότερη. Πολλές φορές, το ασφαλιστικό δικαίωμα δεν ασκείται, λόγω του μεγάλου χρόνου αναμονής για εξετάσεις και επεμβάσεις. Κατά μέσο όρο, το 65% των πολιτών αποδίδουν μεγάλη σημασία στο κόστος του χρόνου κατά την επιλογή υπηρεσίας υγείας. Επιλέγουν την οικονομική επιβάρυνση προκειμένου να αποφύγουν την αναμονή ή να επιλέξουν οι ίδιοι την υπηρεσία και τον γιατρό».
Αυτό, όπως ανέφερε ο κ. Κυριόπουλος, συμβαίνει περισσότερο όταν η οικονομική συγκυρία το επιτρέπει, καθώς σε περιόδους οικονομικής ύφεσης –σύμφωνα με έρευνα– οι ασφαλισμένοι επιστρέφουν στο ΙΚΑ και την κοινωνική ασφάλιση.
«Δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε οργανωτικό και διοικητικό περίβλημα για τους φορείς ασφάλισης, χωρίς να έχουμε καταλάβει πώς δέκα εκατομμύρια Ελληνες συναντούν 150.000 γιατρούς», λέει. «Είμαι αντίθετος με παρεμβάσεις που δεν σέβονται το κριτήριο της ισότητας και τις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Η ασφάλεια υγείας είναι ένα πρόβλημα περίπλοκο με μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας, όσον αφορά τις δαπάνες. Εχουμε εκτιμήσει ότι για να διατηρηθεί σταθερό το σημερινό επίπεδο παροχών, πρέπει οι δαπάνες να αυξάνονται, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, κατά 3% τον χρόνο. Ομως, η μεγάλη “απειλή” δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, η γήρανση, είναι η βιοϊατρική τεχνολογία. Αυτό το οποίο αποκαλώ ιατροβιομηχανικό σύμπλεγμα και είναι υπεύθυνο για τα ελλείμματα».

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100010_01/03/2008_261330

03 March 2008

Δύο λεπτών σιγή (εκ μέρους του Ιατρού).

Έχε στο ιατρείο σου ένα ευανάγνωστο ρολόι τοίχου με λεπτοδείκτες, πίσω, πάνω και λίγο πλάγια από την καρέκλα του Aσθενούς για να μπορείς να το βλέπεις χωρίς να παίρνεις το βλέμμα σου από τον Ασθενή. Όταν έρθει ο Ασθενής σου χαιρέτησε τον δια χειραψίας. Καθίστε, και ξεκίνα την συζήτηση με μια ανοικτή ερώτηση. Με ανοικτή ερώτηση εννοούμε μια πλατιά ερώτηση που να μη μπορεί να απαντηθεί με ένα ναι ή ένα όχι. Π.χ. ’’Πώς τα πας;’’ ή ’’Πώς αισθάνεσαι; ’’Άσε μετά τον Ασθενή σου να μιλήσει χωρίς να τον διακόψεις για δύο λεπτά της ώρας. Αυτά τα δυό λεπτά δεν είναι τόσο πολύς χρόνος αλλά ο Ασθενής σου θα αισθανθεί πολύ προνομιούχος. Πόσο συχνά άραγε μας δίνεται η ευκαιρία στην καθημερινή μας ζωή να μας ακούσουν για δυό ολόκληρα λεπτά χωρίς να μας διακόψουν; Μετά μπορείς να συνεχίσεις και να ρωτήσεις αυτά που θες εσύ. Έχεις ήδη γλυτώσει αρκετό χρόνο γιατί συνήθως ο Ασθενής έχει προλάβει να σου πει ένα σωρό πράγματα, και μάλιστα αυτά που ίδιος θεωρεί πιο σημαντικά.