Το ξέρω. Έχω καταντήσει το blog μου, αντιγραφή των κειμένων του Νίκου Δήμου, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ να παραθέτω μερικά γραπτά του που μου αρέσουν ιδιαίτερα, όπως το παρακάτω:
Είθε
ο νέος χρόνος
να μας φέρει
λιγότερα
λιγότερο πόνο σε αυτούς που πονούν,
λιγότερο μίσος σε αυτούς που μάχονται,
λιγότερη στέρηση σε όσους στερούνται,
λιγότερο πόλεμο, λιγότερο θάνατο,
λιγότερη καταπίεση, λιγότερη εκμετάλλευση,
λιγότερη δυστυχία και λιγότερη οδύνη.
Κι αν τύχει και φέρει μαζί
λιγότερη αφθονία και λιγότερη απόλαυση
λιγότερο πλούτο και λιγότερη καλοπέραση
Ίσως τότε μας χαρίσει
λιγότερη ελαφρομυαλιά και λιγότερη σπατάλη
λιγότερη επιπολαιότητα
και λιγότερη αυθάδεια.
Ίσως τα λιγότερα
είναι περισσότερα…
http://www.ndimou.gr/newsarticle_gr.asp?news_id=323
02 January 2009
31 December 2008
Η Τέλεια Διαδρομή της Πρωτοχρονιάς.

Το κείμενο και η φωτογραφία αυτού του post, προέρχονται από το blog του συγγραφέα Νίκου Δήμου:
Μερικοί λένε ότι έχω παράξενες συνήθειες.
Παράξενες επειδή πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα. Ας πούμε: την Πρωτοχρονιά όλοι οι Έλληνες ξημερώνονται παίζοντας χαρτιά. Εγώ ούτε παίζω, ούτε ξημερώνομαι. (Όχι πως δεν παίζω γενικά – αλλά βαριέμαι το χαζοχαρούμενο χαρτί της Πρωτοχρονιάς…).
Μετά την αλλαγή του χρόνου και τις ευχές, πηγαίνω για ύπνο. Ξυπνάω όμως χαράματα, παίρνω το αυτοκίνητο και ορμάω στους άδειους δρόμους.
Ποτέ δεν είναι οι δρόμοι τόσο άδειοι, όσο το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Οι μισοί άνθρωποι παίζουν ή γλεντάνε και οι άλλοι μισοί έχουν μόλις πάει για ύπνο. Χαράζει η πρώτη μέρα του νέου χρόνου και φαίνεται καινούργια, νιόκοπη, σαν να ήταν η πρώτη μέρα της ζωής σου. (Είναι! Η πρώτη της υπόλοιπης ζωής σου…)
Αχ, αυτή η υπέρτατη ηδονή των άδειων δρόμων! Πόσες φορές μπορεί κανείς να την απολαύσει; Έχεις την αίσθηση ότι είσαι μόνος στον κόσμο, για σένα φτιάχτηκαν οι εθνικές οδοί, τα τοπία, όλος ο πλανήτης σου ανήκει.
Μέσα στο πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμά μου είναι να προλάβω την ανατολή του ήλιου από κάποιο ωραίο μέρος. Πράγμα όχι δύσκολο, μια και εκείνες τις μέρες ο ήλιος ανατέλλει αργά και το αυτοκίνητο πηγαίνει γρήγορα.
Αν αργήσω να ξεκινήσω, κατευθύνομαι σε κάποιο από τα βουνά της Αττικής. Είναι εύκολο να δεις την ανατολή από την Πεντέλη, τον Υμηττό, την Πάρνηθα. Όμως συνήθως φεύγω νωρίτερα – μέσα στο μαύρο σκοτάδι – και φτάνω μακριά. Έχω δει τον ήλιο της Πρωτοχρονιάς να ανατέλλει από το Πόρτο Χέλι, τα Καμένα Βούρλα, ακόμα κι από το Πήλιο (στα τρελά μου χρόνια). Όλα αυτά με εκκίνηση από την Αθήνα. Άλλες φορές, με αφετηρία την Θεσσαλονίκη, τον είδα να ξεπροβάλει από την Χαλκιδική και (πολύ όμορφα) από τον Πλαταμώνα. Έχω εγκαινιάσει χρονιές από τον Όλυμπο, τον Χελμό και τον Παρνασσό.
Έτσι πιστεύω πως πρέπει να αρχίζει κάθε καινούργιος χρόνος. Με μία Τέλεια Διαδρομή. Με την αίσθηση της άπλας, του ανοίγματος, της ελευθερίας, που σου χαρίζουν οι άδειοι δρόμοι. Με την θριαμβική απογείωση που σηματοδοτεί μία ανατολή.
Κάθε ανατολή είναι αισιόδοξη – κάθε δύση μελαγχολική. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, χρειάζεσαι μεγαλύτερη δόση αισιοδοξίας για να αντισταθμίζεις την κούραση και την φθορά. Παρ’ όλη την οπτιμιστική διάθεση, δεν είναι δυνατόν να αποκρύψεις μέσα σου μία μαύρη σκέψη. Πόσες τέτοιες ανατολές ακόμα; Κι αν είναι η τελευταία;
Εκεί, η απάντηση είναι μία και μοναδική. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο, βάζεις τη μουσική στη διαπασών και τέρμα τα γκάζια. Η μόνη απάντηση στη μαυρίλα είναι η δράση. Να περνάνε από την οθόνη του παρμπρίζ τα τοπία – βουνά, θάλασσες, κάμποι. Όλα, τόσο παλιά όσο το σύμπαν και τόσο καινούργια όσο ο νέος χρόνος.
Η Τέλεια Διαδρομή της Πρωτοχρονιάς. Δοκιμάστε την! Αξίζει τον κόπο να θυσιάστε την χαρτοπαιξία και το ξενύχτι (και τον θόρυβο και την τσιγαρίλα) για να δείτε τον νέο χρόνο να ανατέλλει – κυριολεκτικά.
Γίνεται βέβαια και αλλιώς – να ξενυχτίσετε, να χαρτοπαίξετε και μετά, χωρίς να πάτε στο κρεβάτι, να βγείτε για το κυνήγι της ανατολής. (Πρέπει να είστε αρκετά νέος για να το αντέξετε αυτό).
Όμως δεν θα έχετε την φρεσκάδα του πρωινού ξυπνήματος. Θα είστε βαρύς, κουρασμένος και – σίγουρα – λίγο ή περισσότερο πιωμένος. Ε, δεν την χαίρεσαι έτσι σωστά την ανατολή, ούτε την αίσθηση της νέας εκκίνησης.
Πώς καταφέρνουν οι περισσότεροι άνθρωποι να ξυπνάνε την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου αργά το μεσημέρι με πονοκέφαλο, βαρυστομαχιά και κακοδιαθεσία…
Διαφοροποιηθείτε! Πάρτε τον πιστό τετράτροχο φίλο σας και ανοιχτείτε στους άδειους δρόμους. Οδηγείστε με κέφι, ρυθμό, μουσική. Οργώστε κάμπους, στροβιλιστείτε σε αναβάσεις, χαράξτε ροδιές σε ακρογιαλιές! Καλή χρονιά, με πολλούς, ποιητικούς και γρήγορους, πάλλευκους ή κατάμαυρους ίππους!
27 December 2008
Κυνηγώντας την αγάπη των γονιών μας.

Πολλές φορές όταν βλέπω συναδέλφους να παλεύουν για να ξεκινήσουν και ολοκληρώσουν ένα διδακτορικό (του οποίου το θέμα δεν τους ενδιαφέρει και ιδιαίτερα) η περιέργειά μου διεγείρεται και μου έρχεται να κάνω και εγώ διδακτορικό στο παρακάτω ερώτημα:
Τί είναι τελικά αυτό που κάνει τους συναδέλφους να κυνηγούν τόσο πολύ αυτό το περίφημο διδακτορικό που επαναλαμβάνω είναι εμφανές στους περισσότερους ότι δεν τους ενδιαφέρει επί της ουσίας.
Να είναι που θα βρούν ευκολότερη και καλύτερη θέση στην Γη της επαγγελίας (το Ελληνικό Δημόσιο); Ίσως είναι αυτό ένας βασικός λόγος.
Να είναι ότι θα πουν συγγενείς και φίλοι: Τι προκομένο παιδί. Ίσως.
Να είναι ότι θα ταπώνει κανείς πιο εύκολα τους συναδέλφους του στις διάφορες ενδοεπαγγελματικές κόντρες;
Να είναι ότι έτσι και αλλιώς είναι άνεργοι στην Ελλάς του 2000.. και άρα ας κάνουν και κανένα διδακτορικό να περνάει και ο καιρός; Αυτός είναι ίσως και το πιο υγιές κίνητρο.
Να είναι το Ελληνικό σχολείο και Πανεπιστήμιο που αντί να μας μάθει να αμφισβήτουμε και να ψάχνουμε επί της ουσίας, μας έμαθε να λιβανίζουμε πάντα κάποιον πάνω από μας και άρα όταν τελειώσουμε και το πανεπιστήμιο, μας πιάνει ένα στερητικό σύνδρομο και έτσι ψάχνουμε για έναν επιβλέποντα επιβήτορα...
Το πιο άσχημο είναι ότι πολλοί μετά από την εκπόνηση του περίφημου διδακτορικού τους, φαίνεται να έχουν γίνει χειρότεροι από πολλές απόψεις από ότι ήταν πριν το ξεκινήσουν.
Πολλοί από αυτούς κόλλησαν στο δέντρο και χάσανε το δάσος. Υπερειδικευθήκαν δηλαδή σε κάποια ασθένεια, σύμπτωμα ή και μόριο και ξέχασαν να βλέπουν τον Ασθενή σαν μια ψυχοσωματική ολότητα (αλλά με τους Ασθενείς θα ασχολούμαστε τώρα...). Άλλοι πάλι υπερειδικευθήκαν στο γλύψιμο και στις γονυκλισίες και εν πάση περιπτώση το μόνο που δεν μάθαν είναι να έχουν παρρησία γνώμης και ανεξάρτητη σκέψη. Άλλοι καβαλήσαν απλώς το καλάμι..
Τελειώνοντας θέλω να ζητήσω συγνώμη για αυτές τις αμαρτωλές σκέψεις, από κάποιους λίγους υποψήφιους διδάκτορες που κάνουν διδακτορικό από πραγματικό μεράκι (τους οποίους και θαυμάζω πραγματικά). Θέλω να ζητήσω συγνώμη επίσης από τους ακόμη λιγότερους επιβλέποντες που χωρίς ιδιοτελή συμφέροντα και φραγμούς στηρίζουν την ελεύθερη δημιουργικότητα των υποψηφίων τους.
Τώρα θα μου πείτε που κολλάει ο τίτλος του κείμενου αυτού. Έ θα το πω και αυτό τώρα στο τέλος να ξαλαφρώσω. Κατά βάθος λοιπόν πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών που κάνουν διδακτορικό το κάνουν για να δείξουν ότι είναι καλά παιδιά και ότι αξίζουν την αγάπη των γονιών τους (οι οποίοι στο μεταξύ μπορεί και να έχουν πεθάνει). Είναι βέβηλη σκέψη το ξέρω. Αλλά δεν μου την βγάζετε από το μυαλό.
Το χειρότερο βέβαια είναι, ότι και εγώ σκέφτηκα αρκετές φορές να ξεκινήσω "δικτατορικό". Όλοι μας έχουμε ανάγκη από λίγο αγάπη βλέπετε..
Πάντως μ' αυτά και μ' αυτά η επιστήμη προχωράει...
23 December 2008
14 December 2008
Φθηνή Δημοσιογραφία.
Αυτό που γράφω παρακάτω έγινε πριν λίγες μέρες στο ΙΚΑ Καβάλας όπου εργάζομαι, και είναι κωμικό και τρομακτικό ταυτόχρονα.
Τρομακτικό γιατί δείχνει το πώς η φθηνή δημοσιογραφία σε συνδυασμό με τις δυνατότητες της τηλεόρασης μπορούν να διαστρέψουν την πραγματικότητα.
Μου είπε λοιπόν ηλικιωμένος Ασθενής μου στα σοβαρά (δεν έκανε πλάκα), με αφορμή τα πρόσφατα επεισόδια στην Ελλάδα:
- Τις είδες τις φωτιές Γιατρέ; Έζησα, Κατοχές, Δεκεμβριανά, Αντάρτικα αλλά τέτοιο πράγμα που γίνεται τώρα δεν έχουν ξαναδεί τα μάτια μου…..
Τρομακτικό γιατί δείχνει το πώς η φθηνή δημοσιογραφία σε συνδυασμό με τις δυνατότητες της τηλεόρασης μπορούν να διαστρέψουν την πραγματικότητα.
Μου είπε λοιπόν ηλικιωμένος Ασθενής μου στα σοβαρά (δεν έκανε πλάκα), με αφορμή τα πρόσφατα επεισόδια στην Ελλάδα:
- Τις είδες τις φωτιές Γιατρέ; Έζησα, Κατοχές, Δεκεμβριανά, Αντάρτικα αλλά τέτοιο πράγμα που γίνεται τώρα δεν έχουν ξαναδεί τα μάτια μου…..
05 December 2008
Άρρωστος ή Ασθενής;

Ίσως να είμαι εγώ ο παράξενος: Πάντως κάθε φορά που ακούω κάποιον ομιλητή σε Ιατρικό συνέδριο να χρησιμοποιεί την λέξη Άρρωστος αντί της λέξεως Ασθενής ξινίζω.
Η λέξη Άρρωστος ακούγεται στα αυτιά μου πιο βαριά από την λέξη Ασθενής. Η λέξη Άρρωστος με παραπέμπει κυρίως σε μια μηχανική/σωματική ανισορροπία στην Υγεία αυτού που έχουμε μπροστά μας.
Η λέξη Ασθενής πάλι μου φαίνεται πιο γενική αλλά και πιο κοντά στην πραγματικότητα του Οικογενειακού Ιατρού τουλάχιστον: Συμπεριλαμβάνει και αυτούς που ίσως δεν έχουν καμιά αρρώστια, απλώς βρίσκονται μπροστά μας για διάφορους λόγους που εκτός από σωματικοί, μπορεί να είναι οικονομικοί, εργασιακοί, οικογενειακοί ή ψυχολογικοί. Η λέξη Ασθενής επίσης, μου φαίνεται πιο γλυκιά και τρυφερή γιατί μου θυμίζει ότι τις πιο πολλές φορές αυτός που έχουμε μπροστά μας βρίσκεται σε ασθενέστερη / μειονεκτικότερη θέση από τον Γιατρό του.
Βέβαια η επιλογή της λέξης Άρρωστος αντί της λέξεως Ασθενής από τους ομιλητές των σπονσαρισμένων από φαρμακευτικές εταιρείες συνεδρίων, ίσως να μην είναι τυχαία. Ίσως να γίνεται ασυναίσθητα στην προσπάθεια να πετύχουν τον στόχο τους: Να μας πείσουν δηλαδή ότι αρκεί μια φαρμακευτική ουσία για να λύσουμε το πρόβλημα του Άλλου.
Η λέξη Άρρωστος ακούγεται στα αυτιά μου πιο βαριά από την λέξη Ασθενής. Η λέξη Άρρωστος με παραπέμπει κυρίως σε μια μηχανική/σωματική ανισορροπία στην Υγεία αυτού που έχουμε μπροστά μας.
Η λέξη Ασθενής πάλι μου φαίνεται πιο γενική αλλά και πιο κοντά στην πραγματικότητα του Οικογενειακού Ιατρού τουλάχιστον: Συμπεριλαμβάνει και αυτούς που ίσως δεν έχουν καμιά αρρώστια, απλώς βρίσκονται μπροστά μας για διάφορους λόγους που εκτός από σωματικοί, μπορεί να είναι οικονομικοί, εργασιακοί, οικογενειακοί ή ψυχολογικοί. Η λέξη Ασθενής επίσης, μου φαίνεται πιο γλυκιά και τρυφερή γιατί μου θυμίζει ότι τις πιο πολλές φορές αυτός που έχουμε μπροστά μας βρίσκεται σε ασθενέστερη / μειονεκτικότερη θέση από τον Γιατρό του.
Βέβαια η επιλογή της λέξης Άρρωστος αντί της λέξεως Ασθενής από τους ομιλητές των σπονσαρισμένων από φαρμακευτικές εταιρείες συνεδρίων, ίσως να μην είναι τυχαία. Ίσως να γίνεται ασυναίσθητα στην προσπάθεια να πετύχουν τον στόχο τους: Να μας πείσουν δηλαδή ότι αρκεί μια φαρμακευτική ουσία για να λύσουμε το πρόβλημα του Άλλου.
24 November 2008
Περί Σαρισαβανίου.

Άρθρο από το Καβαλιώτικο περιοδικό ΥΠΟΣΤΕΓΟ, Τεύχος 6, Καλοκαίρι 1992,
του εκ Χρυσουπόλεως φιλολόγου Ιορδάνη Φ. Βλαχόπουλου:
Όταν ήμουν μικρός και με ρωτούσαν από πού είμαι, απαντούσα, φυσικά, « από τη Χρυσούπολη». Τότε λοιπόν, σχεδόν πάντα, συνέβαινε το εξής ενοχλητικό: Πρώτα την μπέρδευαν με την Ελευθερούπολη και με διόρθωναν – « Δηλαδή από το Πράβι» -, όταν επιτέλους καταλάβαιναν, αναφωνούσαν « Αμ πες απ΄ το Σαρίσαμπαν, βρε παιδάκι μου!». Μ΄αυτό το όνομα ήταν γνωστός ο τόπος μου και αυτό με πείραζε πολύ, μ΄έκανε να ντρέπομαι. Δεν ήθελα να κατάγομαι από ένα μέρος με Τούρκικο όνομα, και μάλιστα τόσο κακόηχο. Με πλήγωνε βαθύτατα, ίσως γιατί ήμουν προσφυγόπουλο, και σαν όλους τους πρόσφυγες, είχαμε και εμείς περί πολλού την Ελληνικότητά μας. Άλλωστε οι πρόγονοί μου έρχονταν από την Πάνορμο, απ΄τον Σκοπό, απ΄τις Σαράντα Εκκλησιές, πόλεις πανάρχαιες Ελληνικές, με ονόματα γνησιότατα Ελληνικά, κι ας βρίσκονταν μες στην Τουρκιά.
Υποθέτω ότι στις μέρες μας κανείς απ΄τους νεότερους δεν θα μπερδεύει πλέον ποιά είναι η Χρυσούπολη κι οι ελάχιστοι θα είναι εκείνοι που θα μνημονεύουν το Τουρκικό της όνομα, κι αυτοί περισσότερο για αστείο παρά σαν σοβαρή αναφορά σ΄αυτήν. Κι όμως κάποτε αυτό ήταν το μοναδικό της όνομα κι αυτό αναφέρεται φαρδύ – πλατύ στον κώδικα του Ναού του Αγίου Δημητρίου – εξελληνισμένο κατά το δυνατόν: « Εν Σαρισαβανίω τη 28η Απριλίου 1891», τότε που ο Μητροπολίτης Ξάνθης Διονύσιος «Προσκληθέντες παρά του εσναφίου των ενταύθα παρεπιδημούντων φιλοχρίστων χριστιανών» εγκαινίασε τον Ιερό Ναό του πολιούχου της «εν ευλαβεία και συρροή πλήθους χριστιανών». Πάντως εγώ τώρα όποτε χρησιμοποιώ αυτό το όνομα, όχι μόνο δεν ενοχλούμαι, παρά νιώθω και βαθειά νοσταλγία: Είναι για μένα άρρηκτα δεμένο μ’ εκείνο το λασποχώρι τον παιδικών και εφηβικών χρόνων μου, που καμωνόταν την πόλη και που χρωμάτισε ανεξίτηλα τη ζωή μου.
Όμως και τότε, παρά την ντροπή μου για το φοβερό « Σαρίσαμπάν», ένιωθα παράλληλα και μια περιέργεια: Τι θα πει αυτό το όνομα; Και τι μπορεί να ήταν αυτός ο τόπος παλιότερα, πριν να έρθουν οι δικοί μας, πριν να γεννηθούμε εμείς; Πόσο παλιός είναι; Στις απορίες μου συνέβαλλαν και λίγα λείψανα παλαιοτέρων εποχών, που είχαν ξεμείνει: Ένα τζαμί – που τότε ήταν εργοστάσιο αναψυκτικών -, κάποια χάνια, ένα μισοθαμμένο λιθόστρωτο, μερικά τοπωνύμια.
Κι έτσι, όταν μεγάλωσα (και μια που ήμουν και φιλόλογος), ξεκίνησα να ικανοποιήσω εκείνες τις παιδικές μου απορίες ψάχνοντας για την ιστορία αυτού του τόπου. Η πρώτη λοιπόν, - και δυστυχώς σταθερή έκτοτε – εντύπωση που απεκόμισα από τις επίμονες και κοπιαστικές έρευνές μου ήταν πως ο μελλοντικός ιστορικός της Χρυσουπόλεως θα έχει να παλέψει με ένα φοβερό αντίπαλο: Την ασημότητά της. Όχι μόνο το Σαρίσαμπάν αλλά και ολόκληρη η επαρχία του, υπήρξαν τόσο ασήμαντα, που κανείς σχεδόν δεν ασχολήθηκε μαζί τους! Ελάχιστες αναφορές κατόρθωσα να βρω και πολύ φτωχά στοιχεία. Από τα πενιχρότατα αυτά ευρήματα θα σας παρουσιάσω εδώ μερικά.
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ‘‘ΣΑΡΙΣΑΜΠΑΝ’’
Φυσικά το πρώτο θέμα που με απασχόλησε ήταν το Τουρκικό όνομα. Ανάμεσα στους Χρυσουπολίτες επικρατούσαν ανέκαθεν δύο απόψεις: Ότι Σαρί-Σαμπάν σημαίνει « χρυσούν άροτρον » η δε ονομασία αυτή οφειλόταν στην ευφορία του κάμπου και στις πλούσιες σοδειές του. Ή ότι το «Σαρί» ( που σημαίνει «κίτρινο» ) αναφερόταν στους κιτρινιάρηδες κατοίκους του, τους οποίους θέριζε πάντοτε η ενδημική ελονοσία.
Απ’ τις δικές μου έρευνες, με τα λίγα τούρκικα που κατάφερα στο μεταξύ να μάθω, και με την ευγενική βοήθεια των επιστημόνων του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, κατέληξα στα εξής δεδομένα:
· 1. Η ορθή τουρκική ονομασία είναι Sari Saban, όπου το Saban προφέρεται με παχύ σίγμα, σαν το γαλλικό ch και το αγγλικό sh.
· 2. Sari σημαίνει κίτρινο και δεν χρησιμοποιείται ποτέ με τη σημασία του χρυσού ( χρυσός = altin ).
· 3. Saban ( με ψιλό σ) σημαίνει, πράγματι, άροτρο. Saban ( με sh ) είναι το όνομα του όγδοου μήνα του μουσουλμανικού έτους, αλλά επίσης και πολύ συνηθισμένο ανδρικό όνομα.
Από τα στοιχεία αυτά μπορούμε, νομίζω, με βεβαιότητα να καταλήξουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα: Σαρί Σαμπάν σημαίνει «ο κίτρινος Σαμπάν». Όμως γιατί «κίτρινος» ο Σαμπάν και γιατί το όνομά του δόθηκε στην πόλη;
Κατ’αρχήν μια απλή παρατήρηση στο Ελληνικό ονοματολόγιο μας δείχνει ότι το πρόθεμα «Σαρι-» ( ή «Σαρη-») είναι πολύ συνηθισμένο (και αποτελεί, βέβαια, επίδραση της τουρκικής). Σημειώνω πρόχειρα από τον τηλεφωνικό κατάλογο: Σαρίδης, Σαρόγλου, Σαρισάββας, Σαρηγιάννης, Σαρηγιώργης, Σαρηκώστας κ.λ.π. Το ίδιο ισχύει και για τα τουρκικά ονόματα, είναι δε παρατσούκλι και σημαίνει «κιτρινιάρης» αναφερόμενο είτε σε φυσική αδυναμία είτε σε αρρώστεια αυτού που φέρει το όνομα. Μια δεύτερη παρατήρηση στα Τουρκικά τοπωνύμια των πεδινών ιδίως περιοχών, μας αποκαλύπτει ότι πολλά απ’αυτά είναι στην πραγματικότητα κύρια ονόματα: Καρα Μπέη (Νέα Καρυά) και Ρεσίτ Μπέη (Μοναστηράκι) στον δικό μας κάμπο, Δελή Χασάν και Σαλί Αγά στις Σέρρες, Ασάρ Μπέη στα Γιαννιτσά. Σαρί Ομέρ (κι άλλος κιτρινιάρης!) στη Θεσσαλονίκη και πλήθος άλλα. Πρόκειται, βέβαια για τα ονόματα των παλιών ιδιοκτητών της περιοχής, των τούρκων τσιφλικάδων, τα οποία καθιερώθηκαν και σαν τοπωνύμια.
Μετά απ’ όλα αυτά μπορούμε, νομίζω, να λύσουμε το μυστήριο του ονόματος που μας απασχολεί: Σίγουρα κάποτε η σημερινή Χρυσούπολη αποτελούσε τσιφλίκι κάποιου Σαμπάν ο οποίος ήταν κιτρινιάρης. Και πώς να μην ήταν, ο άνθρωπος με την ελονοσία που έδερνε την περιοχή…
Συμπληρωματικά και χωρίς να επεκτείνομαι κάνοντας κατάχρηση του χώρου του περιοδικού που ευγενικά με φιλοξενεί, αναφέρω ότι αυτός ο μαραμένος από τις θέρμες κύριος Σαμπάν πρέπει να έζησε αρκετά νωρίτερα από το 1666 – 7, αφού τότε ήδη υπάρχει και ευημερεί το χωριό Σαρί – Σαμπάν.
ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΑΡΙΣΑΜΠΑΝ
Την αφορμή να ερευνήσω το δεύτερο θέμα μου την έδωσε ένα μικρό φυλλάδιο της γνωστής Χρυσουπολίτισας φιλολόγου κας Βούλας Ξανθοπούλου – Αργυρίου. Η καλή αυτή επιστήμων (από τους πρώτους που έβγαλε η πόλη μας, όταν ακόμη ήταν χωριουδάκι!) που μόρφωσε γενεές Χρυσουπολιτών, είναι και η πρώτη που ερεύνησε την ιστορία αυτού του τόπου. Στη σύντομη έκδοσή της, λοιπόν, αναφέρει μια προφορική πληροφορία που είχε για κάποιο Εσκί (= παλιό) Σαρίσαμπάν. Έτσι όμως υπονοείται ότι κάποτε το Σαρίσαμπάν βρισκόταν κάπου άλλού και κάποια στιγμή για κάποιο λόγο μεταφέρθηκε.
Όσα ακολουθούν αποτελούν μια υπόθεση, στηριγμένη σε λογικά συμπεράσματα μάλλον, παρά σε αποδείξεις. Είναι όμως γοητευτική και αξίζει να την δοκιμάσουμε.
Κατ’αρχήν όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά γραπτή μαρτυρία για «Εσκί Σαρί-σαμπάν». Μελετώντας όμως έναν παλιό χάρτη, που διατηρούσε ακόμη τα τουρκικά τοπωνύμια, εντόπισα στα βορειανατολικά του σημερινού χωριού Αγίασμα το τοπωνύμιο «Παζάρ Γερί», που σημαίνει «τόπος του παζαριού». Ο χώρος ταίριαζε με την πληροφορία της κας Ξανθοπούλου ότι οι Βούλγαροι αναζητούσαν το «Εσκί Σαρίσαμπάν» κάπου εκεί. Οι σκέψεις που έκανα, λοιπόν, είναι οι εξής:
Αν μελετήσει κανείς λίγο την ιστορική γεωγραφία της περιοχής, γίνεται προφανές ότι το Σαρίσαμπάν πρέπει να ξεκίνησε την ιστορία του σαν οδικός σταθμός και περιφερειακή αγορά. Σ’ αυτό συνηγορεί η θέση του: Βρίσκεται στο μέσον σχεδόν της αποστάσεως Καβάλας και Ξάνθης και στο σύνορο περίπου της ορεινής με την πεδινή ζώνη της επαρχίας. Δίπλα του, στη θέση περίπου του σημερινού δρόμου Καβάλας – Ξάνθης, περνούσε η πανάρχαια Εγνατία οδός. Τα 30 χιλιόμετρα της αποστάσεώς του και από τις δύο πόλεις αντιστοιχούν σε έξι ώρες πεζοπορίας, οι οποίες γίνονται πάνω από 7, αν υπολογίσει κανείς και τις αναγκαίες στάσεις. Επομένως ο χώρος του Σαρίσαμπάν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα για σταθμό και κατάλυμα των ταξιδιωτών μετά από το ταξίδι μιας μέρας. Και φυσικά ένας τέτοιος τόπος είναι κατάλληλος και για το παζάρι όλης της περιοχής.
Βέβαια στην αρχαιότητα η Εγνατία οδός περνούσε τον Νέστο στα Β.Α. της Χρυσουπόλεως, από την ρωμαΐκή λίθινη γέφυρα που βρισκόταν περίπου στη θέση της σημερινής, κοντά στο χωριό Τοξότες. Επίσης τότε διέθετε στην περιοχή έναν οργανωμένο οδικό σταθμό, την Mutatio Purdis ή Pyrdis, της οποίας τα ερείπια σώζονται ακόμη κοντά στη σημερινή Πετροπηγή. Όμως μελετώντας τους ξένους περιηγητές διαπιστώνει κανείς ότι, τουλάχιστον από τον 17ο αι., το πέρασμα του Νέστου γίνεται πολύ νοτιότερα από την αρχαία γέφυρα, και μάλιστα αλλάζει θέση κάθε τόσο, ανάλογα με τις πλημμύρες και τις μετακινήσεις του τότε ατίθασου ποταμού, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα και τη μετατόπιση της οδικής αρτηρίας. Οι αλλαγές αυτές έφερναν, φυσικά σοβαρές αναστατώσεις και ανακατατάξεις στην οικονομία της περιοχής, οι οποίες ήταν ικανές να αναδείξουν ή να καταβαραθρώσουν οικισμούς που εξαρτούσαν την ύπαρξή τους απ’ τα αγαθά του μεγάλου δρόμου. Πράγματι, σύμφωνα με τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, αυτό έπαθε και το Σαρίσαμπάν τον 17ο αι., όταν ο δρόμος μετακινήθηκε βορειότερα λόγω κάποιας νέας ξύλινης γέφυρας που στήθηκε στον ποταμό, πιθανόν στο ύψος του σημερινού Ξεριά. Φαίνεται, λοιπόν, πώς στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, μέσα στη γενική αδιαφορία, η ρωμαΐκή γέφυρα κατέρρευσε και η mutatio Purdis εγκαταλείφθηκε.
Πάνω στη νέα πορεία του δρόμου ήταν φυσικό να δημιουργηθούν νέοι οικισμοί, που θα εκμεταλλεύονταν τα οικονομικά του πλεονεκτήματα. Ένας τέτοιος λαμπρός οικισμός ήταν σίγουρα η Yenice (= νέος τόπος. Σήμερα Γενισέα), η οποία αποτελεί ουσιαστικά οικονομική μετακίνηση της Ξάνθης (τουρκικά Eskice = παλιός τόπος) νοτιότερα, πάνω στο νέο δρόμο, και η οποία γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή.
Αλλά η Γενισέα βρίσκεται σχεδόν απέναντι από τη Χρυσούπολη, στη άλλη όχθη του Νέστου. Δεν θα ήταν παράλογο, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι ένας μικρότερος οικισμός ιδρύθηκε και στα δυτικά του ποταμού και αποτελούσε το οικονομικό κέντρο της περιοχής (Pazar Yeri), αλλά ταυτόχρονα και οδικό σταθμό εναλλακτικό της Γενισέας, για τις περιπτώσεις που η κόπωση του ταξιδιού ή η περασμένη ώρα ή κάποια πλημμύρα δεν επέτρεπε τη διάβαση του ποταμού. Αν είναι έτσι, τότε φυσικά, όταν μετατοπίστηκε ο δρόμος, μετακινήθηκε και ο σταθμός Pazar Yeri, η δε νέα θέση του συνέβη να είναι το τσιφλίκι του Sari Saban.
Αν ευσταθούν αυτοί οι συλλογισμοί, τότε μπορούμε να ταυτίσουμε το Eski Sari Saban με το Pazar Yeri. Πάντως η Χρυσούπολη σίγουρα υπήρξε κάποτε οδικός σταθμός. Το μαρτυρούν τα πολυάριθμα χάνια, που κάποτε αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά τον σημερινό ιστορικό της πυρήνα, αλλά και το άλλο όνομα που κάποτε είχε: Hanlar, δηλαδή Χάνια. Το μαρτυρούν επίσης οι παλαιότερες και σχεδόν αποκλειστικές οικονομικές επιχειρήσεις των κατοίκων της: χάνια, φούρνοι, παντοπωλεία, καροποιεία. Ό,τι χρειάζεται, δηλαδή, για την εξυπηρέτηση ταξιδιωτών.
Τέλος, σχετικά με τη λειτουργία της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής, οι παλιότεροι θα θυμούνται ακόμη το εβδομαδιαίο παζάρι της, που δεν ήταν μια αστική «λαΐκή αγορά», όπως σήμερα αλλά διατηρούσε όλα τα γνωρίσματα της κύριας οικονομικής εκδήλωσης όλης της περιοχής, κατά την οποία οι χωρικοί πουλούσαν από τα κάρα τους τα αγροτικά τους προΐόντα στην πλατεία της Σιταγοράς (Ekin Pazar = αγορά της σοδειάς), διαπραγματεύονταν τα ζώα τους στην Ζωαγορά (Hayvan Pazar) και αγόραζαν τις προμήθειές τους για την εβδομάδα ή τον μήνα που ακολουθούσε.
Δυο λόγια πριν κλείσω τη σύντομη αυτή παρουσίαση: Λίγα ακόμη στοιχεία διαθέτω εγώ, τα οποία είναι ανεπαρκή για τη σύνταξη μιας πραγματικής ιστορίας της Χρυσουπόλεως. Είμαι σίγουρος όμως ότι πολλά θα μπορούσαν να βρεθούν στο αρχείο της Μητροπόλεως και της Μουφτείας Ξάνθης και, φυσικά, στα Τουρκικά Αρχεία. Η άγνοια της Τουρκικής, η έλλειψη χρόνου και τα βαριά προβλήματα της οικογένειάς μου δεν μου επιτρέπουν να συνεχίσω. Προτείνω στον Δήμο Χρυσουπόλεως να προκηρύξει επισήμως την συγγραφή της Ιστορίας της προσφέροντας απλόχερα όλα τα αναγκαία μέσα. Και προτρέπω τους νεότερους Χρυσουπολίτες, που διαπρέπουν σε όλες τις επιστήμες πλέον, να αναλάβουν το έργο αυτό, πριν χαθούν τα στοιχεία και πριν φύγουν από τη ζωή και οι ελάχιστοι εναπομένοντες παλιοί κάτοικοι, που αποτελούν τη ζωντανή μνήμη. Το υλικό μου είναι στη διάθεση του κάθε ερευνητή.
Θεσσαλονίκη, 14 Νοεμβρίου 1990.
του εκ Χρυσουπόλεως φιλολόγου Ιορδάνη Φ. Βλαχόπουλου:
Όταν ήμουν μικρός και με ρωτούσαν από πού είμαι, απαντούσα, φυσικά, « από τη Χρυσούπολη». Τότε λοιπόν, σχεδόν πάντα, συνέβαινε το εξής ενοχλητικό: Πρώτα την μπέρδευαν με την Ελευθερούπολη και με διόρθωναν – « Δηλαδή από το Πράβι» -, όταν επιτέλους καταλάβαιναν, αναφωνούσαν « Αμ πες απ΄ το Σαρίσαμπαν, βρε παιδάκι μου!». Μ΄αυτό το όνομα ήταν γνωστός ο τόπος μου και αυτό με πείραζε πολύ, μ΄έκανε να ντρέπομαι. Δεν ήθελα να κατάγομαι από ένα μέρος με Τούρκικο όνομα, και μάλιστα τόσο κακόηχο. Με πλήγωνε βαθύτατα, ίσως γιατί ήμουν προσφυγόπουλο, και σαν όλους τους πρόσφυγες, είχαμε και εμείς περί πολλού την Ελληνικότητά μας. Άλλωστε οι πρόγονοί μου έρχονταν από την Πάνορμο, απ΄τον Σκοπό, απ΄τις Σαράντα Εκκλησιές, πόλεις πανάρχαιες Ελληνικές, με ονόματα γνησιότατα Ελληνικά, κι ας βρίσκονταν μες στην Τουρκιά.
Υποθέτω ότι στις μέρες μας κανείς απ΄τους νεότερους δεν θα μπερδεύει πλέον ποιά είναι η Χρυσούπολη κι οι ελάχιστοι θα είναι εκείνοι που θα μνημονεύουν το Τουρκικό της όνομα, κι αυτοί περισσότερο για αστείο παρά σαν σοβαρή αναφορά σ΄αυτήν. Κι όμως κάποτε αυτό ήταν το μοναδικό της όνομα κι αυτό αναφέρεται φαρδύ – πλατύ στον κώδικα του Ναού του Αγίου Δημητρίου – εξελληνισμένο κατά το δυνατόν: « Εν Σαρισαβανίω τη 28η Απριλίου 1891», τότε που ο Μητροπολίτης Ξάνθης Διονύσιος «Προσκληθέντες παρά του εσναφίου των ενταύθα παρεπιδημούντων φιλοχρίστων χριστιανών» εγκαινίασε τον Ιερό Ναό του πολιούχου της «εν ευλαβεία και συρροή πλήθους χριστιανών». Πάντως εγώ τώρα όποτε χρησιμοποιώ αυτό το όνομα, όχι μόνο δεν ενοχλούμαι, παρά νιώθω και βαθειά νοσταλγία: Είναι για μένα άρρηκτα δεμένο μ’ εκείνο το λασποχώρι τον παιδικών και εφηβικών χρόνων μου, που καμωνόταν την πόλη και που χρωμάτισε ανεξίτηλα τη ζωή μου.
Όμως και τότε, παρά την ντροπή μου για το φοβερό « Σαρίσαμπάν», ένιωθα παράλληλα και μια περιέργεια: Τι θα πει αυτό το όνομα; Και τι μπορεί να ήταν αυτός ο τόπος παλιότερα, πριν να έρθουν οι δικοί μας, πριν να γεννηθούμε εμείς; Πόσο παλιός είναι; Στις απορίες μου συνέβαλλαν και λίγα λείψανα παλαιοτέρων εποχών, που είχαν ξεμείνει: Ένα τζαμί – που τότε ήταν εργοστάσιο αναψυκτικών -, κάποια χάνια, ένα μισοθαμμένο λιθόστρωτο, μερικά τοπωνύμια.
Κι έτσι, όταν μεγάλωσα (και μια που ήμουν και φιλόλογος), ξεκίνησα να ικανοποιήσω εκείνες τις παιδικές μου απορίες ψάχνοντας για την ιστορία αυτού του τόπου. Η πρώτη λοιπόν, - και δυστυχώς σταθερή έκτοτε – εντύπωση που απεκόμισα από τις επίμονες και κοπιαστικές έρευνές μου ήταν πως ο μελλοντικός ιστορικός της Χρυσουπόλεως θα έχει να παλέψει με ένα φοβερό αντίπαλο: Την ασημότητά της. Όχι μόνο το Σαρίσαμπάν αλλά και ολόκληρη η επαρχία του, υπήρξαν τόσο ασήμαντα, που κανείς σχεδόν δεν ασχολήθηκε μαζί τους! Ελάχιστες αναφορές κατόρθωσα να βρω και πολύ φτωχά στοιχεία. Από τα πενιχρότατα αυτά ευρήματα θα σας παρουσιάσω εδώ μερικά.
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ‘‘ΣΑΡΙΣΑΜΠΑΝ’’
Φυσικά το πρώτο θέμα που με απασχόλησε ήταν το Τουρκικό όνομα. Ανάμεσα στους Χρυσουπολίτες επικρατούσαν ανέκαθεν δύο απόψεις: Ότι Σαρί-Σαμπάν σημαίνει « χρυσούν άροτρον » η δε ονομασία αυτή οφειλόταν στην ευφορία του κάμπου και στις πλούσιες σοδειές του. Ή ότι το «Σαρί» ( που σημαίνει «κίτρινο» ) αναφερόταν στους κιτρινιάρηδες κατοίκους του, τους οποίους θέριζε πάντοτε η ενδημική ελονοσία.
Απ’ τις δικές μου έρευνες, με τα λίγα τούρκικα που κατάφερα στο μεταξύ να μάθω, και με την ευγενική βοήθεια των επιστημόνων του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας, κατέληξα στα εξής δεδομένα:
· 1. Η ορθή τουρκική ονομασία είναι Sari Saban, όπου το Saban προφέρεται με παχύ σίγμα, σαν το γαλλικό ch και το αγγλικό sh.
· 2. Sari σημαίνει κίτρινο και δεν χρησιμοποιείται ποτέ με τη σημασία του χρυσού ( χρυσός = altin ).
· 3. Saban ( με ψιλό σ) σημαίνει, πράγματι, άροτρο. Saban ( με sh ) είναι το όνομα του όγδοου μήνα του μουσουλμανικού έτους, αλλά επίσης και πολύ συνηθισμένο ανδρικό όνομα.
Από τα στοιχεία αυτά μπορούμε, νομίζω, με βεβαιότητα να καταλήξουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα: Σαρί Σαμπάν σημαίνει «ο κίτρινος Σαμπάν». Όμως γιατί «κίτρινος» ο Σαμπάν και γιατί το όνομά του δόθηκε στην πόλη;
Κατ’αρχήν μια απλή παρατήρηση στο Ελληνικό ονοματολόγιο μας δείχνει ότι το πρόθεμα «Σαρι-» ( ή «Σαρη-») είναι πολύ συνηθισμένο (και αποτελεί, βέβαια, επίδραση της τουρκικής). Σημειώνω πρόχειρα από τον τηλεφωνικό κατάλογο: Σαρίδης, Σαρόγλου, Σαρισάββας, Σαρηγιάννης, Σαρηγιώργης, Σαρηκώστας κ.λ.π. Το ίδιο ισχύει και για τα τουρκικά ονόματα, είναι δε παρατσούκλι και σημαίνει «κιτρινιάρης» αναφερόμενο είτε σε φυσική αδυναμία είτε σε αρρώστεια αυτού που φέρει το όνομα. Μια δεύτερη παρατήρηση στα Τουρκικά τοπωνύμια των πεδινών ιδίως περιοχών, μας αποκαλύπτει ότι πολλά απ’αυτά είναι στην πραγματικότητα κύρια ονόματα: Καρα Μπέη (Νέα Καρυά) και Ρεσίτ Μπέη (Μοναστηράκι) στον δικό μας κάμπο, Δελή Χασάν και Σαλί Αγά στις Σέρρες, Ασάρ Μπέη στα Γιαννιτσά. Σαρί Ομέρ (κι άλλος κιτρινιάρης!) στη Θεσσαλονίκη και πλήθος άλλα. Πρόκειται, βέβαια για τα ονόματα των παλιών ιδιοκτητών της περιοχής, των τούρκων τσιφλικάδων, τα οποία καθιερώθηκαν και σαν τοπωνύμια.
Μετά απ’ όλα αυτά μπορούμε, νομίζω, να λύσουμε το μυστήριο του ονόματος που μας απασχολεί: Σίγουρα κάποτε η σημερινή Χρυσούπολη αποτελούσε τσιφλίκι κάποιου Σαμπάν ο οποίος ήταν κιτρινιάρης. Και πώς να μην ήταν, ο άνθρωπος με την ελονοσία που έδερνε την περιοχή…
Συμπληρωματικά και χωρίς να επεκτείνομαι κάνοντας κατάχρηση του χώρου του περιοδικού που ευγενικά με φιλοξενεί, αναφέρω ότι αυτός ο μαραμένος από τις θέρμες κύριος Σαμπάν πρέπει να έζησε αρκετά νωρίτερα από το 1666 – 7, αφού τότε ήδη υπάρχει και ευημερεί το χωριό Σαρί – Σαμπάν.
ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΑΡΙΣΑΜΠΑΝ
Την αφορμή να ερευνήσω το δεύτερο θέμα μου την έδωσε ένα μικρό φυλλάδιο της γνωστής Χρυσουπολίτισας φιλολόγου κας Βούλας Ξανθοπούλου – Αργυρίου. Η καλή αυτή επιστήμων (από τους πρώτους που έβγαλε η πόλη μας, όταν ακόμη ήταν χωριουδάκι!) που μόρφωσε γενεές Χρυσουπολιτών, είναι και η πρώτη που ερεύνησε την ιστορία αυτού του τόπου. Στη σύντομη έκδοσή της, λοιπόν, αναφέρει μια προφορική πληροφορία που είχε για κάποιο Εσκί (= παλιό) Σαρίσαμπάν. Έτσι όμως υπονοείται ότι κάποτε το Σαρίσαμπάν βρισκόταν κάπου άλλού και κάποια στιγμή για κάποιο λόγο μεταφέρθηκε.
Όσα ακολουθούν αποτελούν μια υπόθεση, στηριγμένη σε λογικά συμπεράσματα μάλλον, παρά σε αποδείξεις. Είναι όμως γοητευτική και αξίζει να την δοκιμάσουμε.
Κατ’αρχήν όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά γραπτή μαρτυρία για «Εσκί Σαρί-σαμπάν». Μελετώντας όμως έναν παλιό χάρτη, που διατηρούσε ακόμη τα τουρκικά τοπωνύμια, εντόπισα στα βορειανατολικά του σημερινού χωριού Αγίασμα το τοπωνύμιο «Παζάρ Γερί», που σημαίνει «τόπος του παζαριού». Ο χώρος ταίριαζε με την πληροφορία της κας Ξανθοπούλου ότι οι Βούλγαροι αναζητούσαν το «Εσκί Σαρίσαμπάν» κάπου εκεί. Οι σκέψεις που έκανα, λοιπόν, είναι οι εξής:
Αν μελετήσει κανείς λίγο την ιστορική γεωγραφία της περιοχής, γίνεται προφανές ότι το Σαρίσαμπάν πρέπει να ξεκίνησε την ιστορία του σαν οδικός σταθμός και περιφερειακή αγορά. Σ’ αυτό συνηγορεί η θέση του: Βρίσκεται στο μέσον σχεδόν της αποστάσεως Καβάλας και Ξάνθης και στο σύνορο περίπου της ορεινής με την πεδινή ζώνη της επαρχίας. Δίπλα του, στη θέση περίπου του σημερινού δρόμου Καβάλας – Ξάνθης, περνούσε η πανάρχαια Εγνατία οδός. Τα 30 χιλιόμετρα της αποστάσεώς του και από τις δύο πόλεις αντιστοιχούν σε έξι ώρες πεζοπορίας, οι οποίες γίνονται πάνω από 7, αν υπολογίσει κανείς και τις αναγκαίες στάσεις. Επομένως ο χώρος του Σαρίσαμπάν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα για σταθμό και κατάλυμα των ταξιδιωτών μετά από το ταξίδι μιας μέρας. Και φυσικά ένας τέτοιος τόπος είναι κατάλληλος και για το παζάρι όλης της περιοχής.
Βέβαια στην αρχαιότητα η Εγνατία οδός περνούσε τον Νέστο στα Β.Α. της Χρυσουπόλεως, από την ρωμαΐκή λίθινη γέφυρα που βρισκόταν περίπου στη θέση της σημερινής, κοντά στο χωριό Τοξότες. Επίσης τότε διέθετε στην περιοχή έναν οργανωμένο οδικό σταθμό, την Mutatio Purdis ή Pyrdis, της οποίας τα ερείπια σώζονται ακόμη κοντά στη σημερινή Πετροπηγή. Όμως μελετώντας τους ξένους περιηγητές διαπιστώνει κανείς ότι, τουλάχιστον από τον 17ο αι., το πέρασμα του Νέστου γίνεται πολύ νοτιότερα από την αρχαία γέφυρα, και μάλιστα αλλάζει θέση κάθε τόσο, ανάλογα με τις πλημμύρες και τις μετακινήσεις του τότε ατίθασου ποταμού, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα και τη μετατόπιση της οδικής αρτηρίας. Οι αλλαγές αυτές έφερναν, φυσικά σοβαρές αναστατώσεις και ανακατατάξεις στην οικονομία της περιοχής, οι οποίες ήταν ικανές να αναδείξουν ή να καταβαραθρώσουν οικισμούς που εξαρτούσαν την ύπαρξή τους απ’ τα αγαθά του μεγάλου δρόμου. Πράγματι, σύμφωνα με τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, αυτό έπαθε και το Σαρίσαμπάν τον 17ο αι., όταν ο δρόμος μετακινήθηκε βορειότερα λόγω κάποιας νέας ξύλινης γέφυρας που στήθηκε στον ποταμό, πιθανόν στο ύψος του σημερινού Ξεριά. Φαίνεται, λοιπόν, πώς στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, μέσα στη γενική αδιαφορία, η ρωμαΐκή γέφυρα κατέρρευσε και η mutatio Purdis εγκαταλείφθηκε.
Πάνω στη νέα πορεία του δρόμου ήταν φυσικό να δημιουργηθούν νέοι οικισμοί, που θα εκμεταλλεύονταν τα οικονομικά του πλεονεκτήματα. Ένας τέτοιος λαμπρός οικισμός ήταν σίγουρα η Yenice (= νέος τόπος. Σήμερα Γενισέα), η οποία αποτελεί ουσιαστικά οικονομική μετακίνηση της Ξάνθης (τουρκικά Eskice = παλιός τόπος) νοτιότερα, πάνω στο νέο δρόμο, και η οποία γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή.
Αλλά η Γενισέα βρίσκεται σχεδόν απέναντι από τη Χρυσούπολη, στη άλλη όχθη του Νέστου. Δεν θα ήταν παράλογο, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι ένας μικρότερος οικισμός ιδρύθηκε και στα δυτικά του ποταμού και αποτελούσε το οικονομικό κέντρο της περιοχής (Pazar Yeri), αλλά ταυτόχρονα και οδικό σταθμό εναλλακτικό της Γενισέας, για τις περιπτώσεις που η κόπωση του ταξιδιού ή η περασμένη ώρα ή κάποια πλημμύρα δεν επέτρεπε τη διάβαση του ποταμού. Αν είναι έτσι, τότε φυσικά, όταν μετατοπίστηκε ο δρόμος, μετακινήθηκε και ο σταθμός Pazar Yeri, η δε νέα θέση του συνέβη να είναι το τσιφλίκι του Sari Saban.
Αν ευσταθούν αυτοί οι συλλογισμοί, τότε μπορούμε να ταυτίσουμε το Eski Sari Saban με το Pazar Yeri. Πάντως η Χρυσούπολη σίγουρα υπήρξε κάποτε οδικός σταθμός. Το μαρτυρούν τα πολυάριθμα χάνια, που κάποτε αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά τον σημερινό ιστορικό της πυρήνα, αλλά και το άλλο όνομα που κάποτε είχε: Hanlar, δηλαδή Χάνια. Το μαρτυρούν επίσης οι παλαιότερες και σχεδόν αποκλειστικές οικονομικές επιχειρήσεις των κατοίκων της: χάνια, φούρνοι, παντοπωλεία, καροποιεία. Ό,τι χρειάζεται, δηλαδή, για την εξυπηρέτηση ταξιδιωτών.
Τέλος, σχετικά με τη λειτουργία της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής, οι παλιότεροι θα θυμούνται ακόμη το εβδομαδιαίο παζάρι της, που δεν ήταν μια αστική «λαΐκή αγορά», όπως σήμερα αλλά διατηρούσε όλα τα γνωρίσματα της κύριας οικονομικής εκδήλωσης όλης της περιοχής, κατά την οποία οι χωρικοί πουλούσαν από τα κάρα τους τα αγροτικά τους προΐόντα στην πλατεία της Σιταγοράς (Ekin Pazar = αγορά της σοδειάς), διαπραγματεύονταν τα ζώα τους στην Ζωαγορά (Hayvan Pazar) και αγόραζαν τις προμήθειές τους για την εβδομάδα ή τον μήνα που ακολουθούσε.
Δυο λόγια πριν κλείσω τη σύντομη αυτή παρουσίαση: Λίγα ακόμη στοιχεία διαθέτω εγώ, τα οποία είναι ανεπαρκή για τη σύνταξη μιας πραγματικής ιστορίας της Χρυσουπόλεως. Είμαι σίγουρος όμως ότι πολλά θα μπορούσαν να βρεθούν στο αρχείο της Μητροπόλεως και της Μουφτείας Ξάνθης και, φυσικά, στα Τουρκικά Αρχεία. Η άγνοια της Τουρκικής, η έλλειψη χρόνου και τα βαριά προβλήματα της οικογένειάς μου δεν μου επιτρέπουν να συνεχίσω. Προτείνω στον Δήμο Χρυσουπόλεως να προκηρύξει επισήμως την συγγραφή της Ιστορίας της προσφέροντας απλόχερα όλα τα αναγκαία μέσα. Και προτρέπω τους νεότερους Χρυσουπολίτες, που διαπρέπουν σε όλες τις επιστήμες πλέον, να αναλάβουν το έργο αυτό, πριν χαθούν τα στοιχεία και πριν φύγουν από τη ζωή και οι ελάχιστοι εναπομένοντες παλιοί κάτοικοι, που αποτελούν τη ζωντανή μνήμη. Το υλικό μου είναι στη διάθεση του κάθε ερευνητή.
Θεσσαλονίκη, 14 Νοεμβρίου 1990.
Subscribe to:
Posts (Atom)
