Θα παίρνεις από το Tabl. Betavert 24 mg ΜΙΣΟ χάπι τρεις φορές την ημέρα για 7 ημέρες με ή χωρίς φαγητό
και
από την 8η ημέρα και μετά αν συνεχίσεις να έχεις ενοχλήσεις θα παίρνεις από ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΟ τρεις φορές την ημέρα για όσο διαρκούν τα συμπτώματα.
Θα παίρνεις από το Tabl. Betavert 24 mg ΜΙΣΟ χάπι τρεις φορές την ημέρα για 7 ημέρες με ή χωρίς φαγητό
και
από την 8η ημέρα και μετά αν συνεχίσεις να έχεις ενοχλήσεις θα παίρνεις από ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΟ τρεις φορές την ημέρα για όσο διαρκούν τα συμπτώματα.
Να παίρνεις από ΔΥΟ απλά Depon των 500 mg το καθένα, ανά έξι ώρες.
Μεταξύ των δόσεων του Depon, αν συνεχίζεις να έχεις πόνο μπορείς να παίρνεις και από ΜΙΣΟ Algofren των 600 mg (αγόρασε την συγκεκριμένη μάρκα το Algofren γιατί αυτό σπάει εύκολα στην μέση με το χέρι). Αν παίρνεις βέβαια Algofren καλό είναι να τρώς και κάτι μαζί με το φάρμακο αυτό (έστω μια φρυγανιά).
Πάρε ένα φύλλο χαρτί, ή ακόμη καλύτερα ένα τετράδιο, για να γράφεις ημερομηνία και ώρα που παίρνεις τις διάφορες δόσεις των φαρμάκων αλλιώς μπορεί να τα ξεχάσεις.
Για όσο καιρό πονάει το αυτί, όταν ξαπλώνεις, καλύτερα να έχεις κάπως πιο ψηλό μαξιλάρι ή δύο μαξιλάρια.
Θα παίρνεις από 2 χάπια Depon των 500 mg κάθε έξι ώρες για τον πόνο.
Αν δεν αρκεί το Depon θα προσθέσεις και ΜΙΣΟ χάπι Algofren 600 mg μεταξύ των δόσεων του Depon.
( To Depon μπορείς να το παίρνεις χωρίς φαγητό αλλά το Algofren καλό είναι να τρως και κάτι πριν να το πάρεις π.χ. μια φρυγανιά).
Επίσης αν είναι βουλωμένη η μύτη θα παίρνεις και σταγόνες για την μύτη Otrivin.
Τέλος θα παίρνεις από 1 κάψουλα Amoxil 500 mg, πρωί, μεσημέρι και βράδυ για 5 ημέρες, κατά προτίμηση μαζί με το φαγητό.
Για όσες ημέρες παίρνεις την αντιβίωση Amoxil θα παίρνεις και 1 κάψουλα Ultralevure 250 mg ΜΙΑ φορά την ημέρα περίπου μισή ώρα προ φαγητού.
Το "ζουμί" είναι από το 0:25 έως και το 3:25
3. How to change adult diapers
Την χορηγούμε ΜΙΑ φορά το εικοσιτετράωρο, συνήθως το βράδυ μετά το βραδινό γεύμα.
Όταν όμως πρωτοξεκινάμε την θεραπεία με ινσουλίνη μπορεί ο Γιατρός να μας συμβουλεύσει τις πρώτες ημέρες να την κάνουμε πρωί ώστε να είναι πιο εύκολο για αυτόν να μας φέρνει στο Ιατρείο του και να ελέγχει ότι έχουμε μάθει να την κάνουμε με την σωστή τεχνική. Μετά μπορεί να αρχίσουμε να την κάνουμε το βράδυ.
Αν κάνουμε την Abasaglar πρωί και θέλουμε να αρχίσουμε να την κάνουμε βράδυ, τότε την ημέρα που πρόκειται να κάνουμε την μετάβαση, το πρωί κάνουμε τις μισές μονάδες από αυτές που είναι να κάνουμε και τις υπόλοιπες μισές μονάδες τις κάνουμε το βράδυ της ίδιας ημέρας μετά το βραδινό φαγητό.
Όταν αγοράζουμε την abasaglar από το Φαρμακείο είναι μέσα σε ένα χάρτινο κουτί που περιέχει 5 πλαστικές "πένες". Όταν η ινσουλίνη που περιέχει μια πένα τελειώσει, την πετάμε (δεν την ξαναχρησιμοποιούμε). Το πόσες ημέρες θα κάνει κανείς για να τελειώσει μια πένα εξαρτάται από το πόσες μονάδες ινσουλίνης κάνει κάθε ημέρα. Αν π.χ. κάνουμε 10 μονάδες ανά ημέρα μπορεί να περάσει σχεδόν ένας μήνας μέχρι να τελειώσει το περιεχόμενο μιας πένας.
Αν τώρα π.χ. είναι να κάνουμε 30 μονάδες και είμαστε κοντά στο να τελειώσει η ινσουλίνη στην πένα που χρησιμοποιούμε και η πένα π.χ. δεν μας αφήνει να μετρήσουμε περισσότερες από 16 μονάδες (γιατί δεν έχει μείνει περισσότερη ινσουλίνη στην πένα), τότε κάνουμε 16 μονάδες από αυτή την πένα (και μετά την πετούμε), και τις υπόλοιπες 14 μονάδες (για να φτάσουμε τις 30) τις κάνουμε από την επόμενη πένα που είναι γεμάτη και καλό είναι να έχουμε φροντίσει να την βγάλουμε από το ψυγείο καμιά ώρα τουλάχιστον πριν ώστε να μην είναι πολύ κρύα όταν την χρησιμοποιήσουμε. Δεν είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιήσουμε κρύα ινσουλίνη (κατευθείαν από το ψυγείο) απλά μπορεί να πονά, κάπως, όταν την εγχύουμε σε σχέση με όταν έχει πάρει την θερμοκρασία δωματίου.
Όταν βγάλουμε μια πένα από το χάρτινο κουτί, τότε την κρατούμε σε ένα σκιερό μέρος (π.χ. σε ένα συρτάρι) στο σπίτι, σε θερμοκρασία δωματίου. Το χάρτινο κουτί με τις υπόλοιπες πένες που είναι ακόμη αχρησιμοποίητες το αποθηκεύουμε στην συντήρηση του ψυγείου.
Πρέπει να μετρούμε το σάκχαρο στο αίμα κάθε πρωί νηστικοί (είναι το λεγόμενο σάκχαρο νηστείας) και ανάλογα με τα αποτελέσματα των μετρήσεων να ρυθμίζουμε την δόση της ινσουλίνης:
Ξεκινούμε πάντα την θεραπεία με ινσουλίνη με 10 μονάδες ινσουλίνης Abasaglar και μετρούμε το σάκχαρο του ασθενούς στο δάκτυλο κάθε πρωί ενόσω ακόμη είναι νηστικός (Σάκχαρο Νηστείας). Κάθε φορά που μετρούμε το σάκχαρο καταγράφουμε τις τιμές (ημερομηνία και ώρα) σε ένα τετράδιο. Κάθε τέσσερις ημέρες προσθέτουμε τα σάκχαρα νηστείας των τριών πιο πρόσφατων ημερών και τα διαιρούμε με το τρία για να δούμε τον μέσο όρο του σακχάρου νηστείας τις τρείς πιο πρόσφατες ημέρες. Ο στόχος μας είναι το σάκχαρο νηστείας να είναι κατά μέσο όρο μεταξύ 70 - 130 mg/dl. Αν εξακολουθεί ο μέσος όρος του σακχάρου νηστείας τις τρεις πιο πρόσφατες ημέρες να είναι άνω του 130 τότε ανεβάζουμε κατά 2 τις μονάδες τις Abasaglar. Αν ο μέσος όρος του σακχάρου νηστείας είναι κάτω του 70 τότε κατεβάζουμε κατά δύο τις μονάδες της Abasaglar. Αν ο μέσος όρος του σακχάρου νηστείας των 3 πιο πρόσφατων ημερών είναι μεταξύ 70 και 130 τότε συνεχίζουμε με τις ίδιες μονάδες.
Αυτόν λοιπόν τον μέσο όρο τον υπολογίζουμε κάθε 4η ημέρα και έτσι υπολογίζουμε πόσες μονάδες Abasaglar θα δώσουμε για τις επόμενες τρεις ημέρες.
Αν την Abasaglar την κάνουμε το βράδυ μετά το βραδινό φαγητό, τότε, κανονικά, εκτός από το πρωί, πρέπει να ξαναμετρούμε το σάκχαρο και το βράδυ ακριβώς πριν κάνουμε την ινσουλίνη για να σιγουρευτούμε ότι δεν είναι το σάκχαρο υπερβολικά χαμηλό πριν κάνουμε την ινσουλίνη (γιατί η ινσουλίνη το κατεβάζει το σάκχαρο και άλλο).
Συνήθως όταν αρχίζουμε θεραπεία με ινσουλίνη συνεχίζουμε να παίρνουμε παράλληλα και τα χάπια για το σάκχαρο που παίρναμε μέχρι τώρα. Τα μόνα χάπια που καλό είναι να τα σταματήσουμε αν αρχίσουμε θεραπεία με ινσουλίνη είναι αυτά που περιέχουν την δραστική ουσία Γλιμεπιρίδη (συνηθισμένα εμπορικά ονόματα αυτής της ουσίας είναι το Solosa ή το Dialosa). Συζητήστε το αυτό με τον Γιατρό σας.
Επίσης, όσοι κάνουν θεραπεία με ινσουλίνη, καλό είναι να μην πίνουν αλκοόλ γιατί το αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο για υπογλυκαιμίες.
Οδηγίες χορήγησης της ινσουλίνης Abasaglar.
1)
Ετοίμασε το βαμβάκι με το οινόπνευμα.
2)
Άνοιξε την πένα (δηλαδή βγάλε το
καπάκι της) και δες αν έχει μέσα αρκετή
ινσουλίνη.
3)
Ανακίνησε την ινσουλίνη.
4)
Βίδωσε την βελόνα.
5)
Βγάλε τα καπάκια της βελόνας.
6)
Μέτρησε από 2 έως 4 μονάδες και πίεσε
σιγά σιγά το έμβολο προς την πένα μέχρι
τέρμα ενώ έχεις την βελόνα προς τον
ουρανό για να δεις ότι βγαίνει ινσουλίνη.
(Την πρώτη φορά που χρησιμοποιείς μια
πένα πέταξε στον αέρα από 6 έως 10
μονάδες).
7)
Μέτρα πόσες μονάδες είναι να κάνεις.
8
) Άσε την πένα στην άκρη του
τραπεζιού έτσι ώστε η βελόνα να μην
ακουμπά πουθενά.
9)
Δες στο τετράδιο σε ποιο σημείο του
σώματός σου είναι σειρά να τσιμπηθείς.
10)
Καθάρισέ το σημείο που θα τσιμπηθείς
με βαμβάκι και οινόπνευμα.
11)
Βάλε την βελόνα κάθετα στο δέρμα και
πάτα το πίσω έμβολο σιγά σιγά μέχρι
τέρμα.
12)
Πριν βγάλεις την βελόνα μέτρα αργά
μέχρι το 10.
13)
Βγάλε την βελόνα και με το βαμβάκι
τρίψε το σημείο έγχυσης για να διαχυθεί
καλά η ινσουλίνη.
14)
Ξεβίδωσε την βελόνα, βάλε την στην
μεγάλη θήκη της και πέταξέ την μετά.
15)
Βάλε το καπάκι στην πένα.
Δείτε παρακάτω και βιντεάκι που δείχνει πως χρησιμοποιούμε την πένα της Abasaglar (οι πένες που δείχνει το βιντεάκι δεν έχουν το ίδιο χρώμα με την Abasaglar αλλά όμως είναι του ίδιου τύπου, οι λεγόμενες “KwikPen” ). Το "ζουμί" του βίντεο αυτού είναι από το 0:46 - 2:21 :
https://www.youtube.com/watch?v=rMCg1Lp2g-w
Για την διάρροια Tabl. Disp. Imodium 2 mg (χάπια που λιώνουν στην γλώσσα, σαν καραμέλες).
Την πρώτη φορά 2 τέτοια χάπια μαζεμένα.
Μετά 1 τέτοιο χάπι μετά από κάθε διάρροια. Να περιμένετε ωστόσο 2-3 ώρες μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης δόσης.
Μέσα σε ένα 24ωρο δεν πρέπει να παίρνει κανείς περισσότερα από 8 τέτοια χάπια.
Της Αιματολόγου Αικατερίνης Κούτση
BSc, MD, Επιμελήτρια Α' Αιματολογικής Κλινικής "Ερρίκος Ντυνάν" Hospital Center.
Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος 06, Απριλίου του 2022, του Hellenic Medical Review.
Το αίμα αποτελείται από τα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και το πλάσμα. Αποτελεί το 7% του βάρους του ανθρώπινου σώματος και κατά συνέπεια ο μέσος ενήλικας έχει όγκο αίματος περίπου 5 λίτρα. Οι κυτταρικές σειρές του αίματος διακρίνονται από την μορφολογία τους και κατέχουν διακριτούς ρόλους.
Σύντομα αναφέρουμε ότι τα ερυθρά αιμοσφαίρια ευθύνονται για την οξυγόνωση των ιστών και τα αιμοπετάλια προσφέρουν μια αντιπηκτική ασφάλεια. Θα επικεντρωθούμε στα λευκά αιμοσφαίρια και πιο συγκεκριμένα στην συχνά αναφερόμενη αναστροφή τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων.
Τα λευκά αιμοσφαίρια είναι μέρος του ανοσιακού μηχανισμού του ανθρώπινου οργανισμού. Στην κατηγορία αυτή συναντάμε τα πολυμορφοπύρηνα, τα λεμφοκύτταρα, τα ηωσινόφιλα, τα βασεόφιλα και τα μονοκύτταρα. Η παραγωγή των κυττάρων αυτών πραγματοποιείται στον μυελό των οστών με την ενεργοποίηση και διαφοροποίηση των αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων. Ομάδα ενδοκυττάριων και εξωκυττάριων σημάτων ελέγχουν αυτή την διαδικασία.
Τα λεμφοκύτταρα ανήκουν στα λευκά αιμοσφαίρια και συμμετέχουν στην ενεργοποίηση της χημικής και κυτταρικής ανοσίας. Η μεμβρανικοί υποδοχείς τους και οι δείκτες επιφάνειας τα διακρίνουν σε ομάδες. Τα β-λεμφοκύτταρα διαφοροποιούνται, ωριμάζουν και μετέχουν στην ανοσολογική απάντηση του οργανισμού. Είναι προγραμματισμένα να παράγουν αντισώματα έναντι αντιγόνων. Τελικό στάδιο διαφοροποίησής τους είναι το πλασματοκύτταρο. Σπουδαίο ρόλο στην ανοσολογική απάντηση διαδραματίζουν τα β-κύτταρα μνήμης, έτοιμα να παράγουν ταχύτερα αντισώματα. Τα Τ-λεμφοκύτταρα μεταναστεύουν στον θύμο αδένα και στην συνέχεια στον σπλήνα και στους λεμφαδένες. Διακρίνονται στα Tcd4 κύτταρα με ρόλο κυρίως ρυθμιστικό στα Tcd8 κυτταροτοξικά κύτταρα, που επιτίθενται σε παθογόνο, και τους φυσικούς φονείς, που οδηγούν σε απόπτωση άλλα κύτταρα στόχους.
Διαβάζοντας το αποτέλεσμα μιας γενικής αίματος, συχνά καλούμαστε να εξηγήσουμε και να διερευνήσουμε την αναστροφή τύπου, δηλαδή την ποσοστιαία υπερίσχυση, των λεμφοκυττάρων σε σχέση με τα ουδετερόφιλα. Αυτό μπορεί να οφείλεται τόσο στην αύξηση των λεμφοκυττάρων όσο και στην μείωση των ουδετεροφίλων. Προσεγγίζοντας τα αίτια της αναστροφής τύπου, δεν πρέπει να ξεχνάμε το ατομικό ιστορικό και να ανατρέχουμε σε παλαιότερες εξετάσεις του ασθενούς ώστε να επιβεβαιώσουμε την χρονιότητα της αναστροφής τύπου.
Πρώτη σημείο στην αναζήτηση των αιτιών είναι να διακρίνουμε αν η λεμφοκυττάρωση είναι σχετική ή απόλυτη. Ως απόλυτη ορίζεται ο αριθμός λεμφοκυττάρων μεγαλύτερος από 8.000/μl στα παιδιά και μεγαλύτερο από 3.000/μl στους ενήλικες. Δεύτερο σημείο είναι η διάκριση ανάμεσα σε μια αντιδραστική και μια κλωνική λεμφοκυττάρωση (λεμφοϋπερπλαστικό σύνδρομο). Η αντιδραστική δεν μπορεί να είναι ούτε κλωνική ούτε κακοήθης και vice versa.
Η αντιδραστική λεμφοκυττάρωση μπορεί να οφείλεται σε λοιμώδη και μη λοιμώδη αίτια, με πιο συχνές τις ιογενείς λοιμώξεις. Η λοιμώδης μονοπυρήνωση, Epstein - Barr ( EBV ), είναι από τις πιο γνωστές αιτίες λεμφοκυττάρωσης. Συχνά εμφανίζεται στους νέους και έχει άτυπα συμπτώματα ίωσης. Πέρα από τη λεμφοκυττάρωση μπορεί να προκαλέσει αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία και/ή αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα και ηπατίτιδα με αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Άλλοι ιοί που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με την λεμφοκυττάρωση είναι οι VZV, CMV, Influenza, Rubella, HTLV-I, HIV, Coxsackie, Enterovirus, ο ιός της παρωτίτιδας, η ηπατίτιδα και η ιλαρά.
Αντίθετα, συναντάμε λεμφοκυττάρωση σπάνια στις βακτηριακές λοιμώξεις, με εξαίρεση τον κοκκύτη (υπεύθυνο βακτηρίδιο: Bordetella Pertussis), όπου η αναστροφή τύπου αποτελεί παθογνωμικό εύρημα. Άλλα αίτια μπορεί να είναι η bartonella (νόσος εξ ονύχων γαλής), η ρικέτσια, το τοξόπλασμα, η φυματίωση, η βρουκέλα και η σύφιλη.
Η ρευματοειδής αρθρίτιδα και οι θυρεοειδοπάθειες είναι νοσήματα ικανά να προκαλέσουν λεμφοκυττάρωση. Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε τα φάρμακα, την σπληνεκτομή και το κάπνισμα.
Από τα αιματολογικά μη λεμφουπερπλαστικά νοσήματα, η Νόσος Gaucher θα μπορούσε να συνοδεύεται από λεμφοκυττάρωση. Για να την υποψιαστούμε, θα πρέπει ο ασθενής να έχει σπληνομεγαλία και θρομβοπενία.
Η εμμένουσα λεμφοκυττάρωση με ή δίχως την συνύπαρξη λεμφαδενοπάθειας και ηπατο-σπληνομεγαλίας εγείρει την υποψία διερεύνησης για αιματολογική κακοήθεια και γι' αυτό θα πρέπει να παραπέμπεται για διερεύνηση σε αιματολόγο. Τις πρώτες πληροφορίες μπορούμε να τις πάρουμε από το επίχρισμα του περιφερικού αίματος. Στοιχεία που αποκλίνουν από τη φυσιολογική μορφολία των λεμφοκυττάρων όπως είναι η παρουσία κοκκίων ή το βασεόφιλο κυτταρόπλασμα, η λόβωση του πυρήνα και το πυρήνιο, παραπέμπουν σε ένα λεμφοϋπερπλαστικό νόσημα. Η κυτταρομετρία ροής είναι μια μια μέθοδος με μεγάλη ευαισθησία και ειδικότητα στο χαρακτηρισμό ενός παθολογικού κλώνου κυττάρων. Ελέγχεται ο ανοσοφαινότυπος των κυττάρων και σημαίνεται η έκφραση παθολογικών δεικτών στην επιφάνειά τους με τα κατάλληλα μονοκλωνικά αντισώματα. Επιπλέον, τα παθολογικά β λεμφοκύτταρα εμφανίζουν διαταραχή στον λόγο των ελαφρών αλύσων κάπα και λάμδα. Η καταγραφή των έκτοπων αντιγόνων επιφάνειας βοηθά στην κατάταξη των παθολογικών κυττάρων. Υπάρχουν αλγόριθμοι που επιτρέπουν την ταυτοποίηση των διαφορετικών λεμφοϋπερπλαστικών νοσημάτων.
΄Ενας παθολογικός κλώνος μπορεί να προέρχεται τόσο από Β όσο και από Τ λεμφοκύτταρα. Στην πρώτη περίπτωση, πιο συχνό νόσημα είναι η Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία (ΧΛΛ) και η Λευχαιμία εκ «τριχωτών» λεμφοκυτττάρων, ενώ στην δεύτερη η λευχαιμία από μεγάλα κοκκιώδη Τ λεμφοκύτταρα (Τ-LGL). Φυσικά, υπάρχουν Β Non Hodgkin λεμφώματα με παθολογικά κύτταρα να κυκλοφορούν στο περιφερικό αίμα.
Με την κυτταρομετρία ροής ταυτοποιείται η μονοκλωνική Β λεμφοκυττάρωση (MBL). Πρόκειται για την ύπαρξη ενός μονοκλωνικού Β κυτταρικού πληθυσμού στο αίμα η συχνότητα του οποίου αυξάνεται με την ηλικία. Πρωταρχική προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί μια μονοκλωνική λευκοκυττάρωση MBL, είναι ο ασθενής να είναι ασυμπτωματικός και να μην πληροί κάποιο ανοσοσφαιρικό κριτήριο κατάταξης σε κάποιο άλλο λεμφοϋπερπλαστικό νόσημα. Η MBL διακρίνεται σε χαμηλού και υψηλού αριθμού, σύμφωνα με τον απόλυτο αριθμό των Β λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα και τα κυτταρογενετικά χαρακτηριστικά του κλώνου. Το ποσοστό της MBL που μεταπίπτει σε ΧΛΛ εκτιμάται στο 1-2% / έτος, χωρίς να σημαίνει ότι θα χρειάζεται άμεσα την έναρξη θεραπείας. Για τον λόγο αυτό, δεν προβλέπεται προληπτικός έλεγχος ανίχνευσης της MBL και δεν υπάρχει σύσταση για ξεχωριστή ή ειδική παρακολούθηση. Ο ασθενής αρκεί να παρακολουθείται σε εξάμηνη βάση με εργαστηριακό έλεγχο και κλινική εξέταση. Αντίθετα, εξειδικευμένος έλεγχος πραγματοποιείται μόνο σε έναν υποψήφιο δότη για αλλογενή μεταμόσχευση. Στην περίπτωση αυτή ο δότης δεν αποκλείεται, αλλά η MBL πρέπει να είναι ταυτοποιημένη, ώστε να μην παρεμβαίνει στην μετά τη μεταμόσχευση παρακολούθηση της υπολειπόμενης νόσου.
Κλείνοντας αυτό το μεγάλο κεφάλαιο, να θυμίσουμε ότι για κάθε κλινική ή εργαστηριακή παθολογία υπάρχει ένας αλγόριθμος να ακολουθούμε και να συμβουλευόμαστε. Στην περίπτωση της λεμφοκυττάρωσης, στα πρώτα βήματά του, μπαίνει ο διαχωρισμός σε αντιδραστική και κλωνική. Η εξέλιξη των μεθόδων της μοριακής βιολογίας και της κυτταρογενετικής επιτρέπουν να ανιχνεύουμε έναν παθολογικό κλώνο ανάμεσα από εκατομμύρια κύτταρα, να αναγνωρίζουμε παράγοντες κινδύνου εξέλιξής του και να απομονώνουμε δείκτες παρακολούθησής του. Όλα αυτά πρέπει να τα ερμηνεύουμε χωρίς να ξεχνάμε την επίπτωση και τον επιπολασμό των νοσημάτων στον γενικό πληθυσμό και να ζητάμε, όποτε χρειάζεται, την άποψη ειδικού αιματολόγου.